- Μιλησιουργής
- Μῑλησῐουργής, ές, ([etym.] ἔργον)A of Milesian work,
κλίνη Critias 35
D., cf. IG12.330.3,7, 11(2).287B135 (Delos, iii B. C.); ἡδυπότιον ib.22.1534.246.
Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.
κλίνη Critias 35
D., cf. IG12.330.3,7, 11(2).287B135 (Delos, iii B. C.); ἡδυπότιον ib.22.1534.246.Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.
μιλησιουργής — μιλησιουργής, ές (Α) κατασκευασμένος στη Μίλητο ή αυτός που έχει δουλευτεί κατά τον τρόπο τών Μιλησίων («μιλησιουργὴς κλίνη»). [ΕΤΥΜΟΛ. < Μιλήσιος + ουργής (< ἔργον)] … Dictionary of Greek
Μιλησιουργής — of Milesian work masc/fem nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)